Η «πληγή» των υψηλών εκπτώσεων και οι προοπτικές



Του Δημήτρη Δελεβέγκου

Μπορεί να έχουν περάσει περίπου δέκα χρόνια κρίσης, όμως οι παθογένειες και οι στρεβλώσεις παραμένουν κυρίαρχες και στον κλάδο των κατασκευών που αντιπροσώπευε αξία 22,4 δισ. ευρώ το 2007. Αυτό προκύπτει από την έρευνα του ΙΟΒΕ για τις αναπτυξιακές προοπτικές των κατασκευών στην Ελλάδα, βάσει της οποίας ο αριθμός των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στις κατασκευές μειώθηκε κατά περίπου 39.000 μεταξύ 2009 και 2017.

Παράλληλα, η συνολική επενδυτική δαπάνη για κατασκευαστικά έργα μειώθηκε από 33,6 δισ. ευρώ το 2007 σε 9 δισ. ευρώ το 2017 – βρίσκεται δηλαδή στο ¼ του επιπέδου του 2007. Οι ετήσιες επενδύσεις σε κατοικίες υποχώρησαν ραγδαία, κατά 95,4% και διαμορφώθηκαν το 2017 σε 1,1 δισ., έναντι 24,8 δισ. ευρώ το 2007. Επομένως, σχεδόν το σύνολο της πτώσης των συνολικών επενδύσεων για κατασκευαστικά έργα οφείλεται στη συρρίκνωση των επενδύσεων σε κατοικίες, όπως αναφέρει η έρευνα.

Πάντως, το 2017 η συμβολή στο ΑΕΠ του κατασκευαστικού κλάδου ανήλθε σε 19,9 δισ. ευρώ ή 11%, με το 22% της επίδρασης στο ΑΕΠ να αντιστοιχεί σε φόρους και εισφορές που εισπράττει το κράτος. Ακόμη η κατασκευαστική δραστηριότητα αντιστοιχεί σε 505 χιλ. θέσεις εργασίας, ενώ υπολογίζεται ότι για κάθε θέση που δημιουργείται στις κατασκευές, δημιουργούνται ή υποστηρίζονται συνολικά δυόμιση θέσεις εργασίας σε όλη την οικονομία.

Αγκάθια

Στην μείωση του αριθμού και του προϋπολογισμού των δημοπρασιών τα τελευταία χρόνια, έρχονται να προστεθούν οι υψηλές εκπτώσεις: Το 2016 και το 2017 το μέσο ποσοστό έκπτωσης του τελικού ανάδοχου του έργου προσέγγισε ή ξεπέρασε το 60% σε σχέση με τον αρχικό προϋπολογισμό, όταν για παράδειγμα το 2012 το μέσο ποσοστό έκπτωσης ήταν 37%. Τέτοια ποσοστά έκπτωσης σημαίνουν είτε ότι τα έργα δημοπρατούνται ακόμα και κάτω του κόστους, είτε ότι ο αρχικός προϋπολογισμός δεν έχει σχέση με τις πραγματικές συνθήκες κόστους αναφέρει η έκθεση.

«Οι ασυνήθιστα χαμηλές προσφορές και άλλες αδυναμίες του συστήματος παραγωγής δημόσιων έργων δημιουργούν συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού και εκτοπισμού από την αγορά υγιών επιχειρήσεων. Επιπλέον, οδηγούν σε εμπλοκή σε δικαστικές διαδικασίες, κακή ποιότητα έργων, υπερβάσεις προϋπολογισμού, καθυστερήσεις ολοκλήρωσης και υψηλές δαπάνες συντήρησης και λειτουργίας των έργων στο μέλλον” σημειώνεται. Το περιορισμένο κατασκευαστικό αντικείμενο, η έλλειψη ρευστότητας και η επιλογή αναδόχου με κριτήριο τη χαμηλότερη τιμή είναι οι βασικοί λόγοι για την υποβολή ιδιαίτερα χαμηλών εκπτώσεων.

Εξάλλου, το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ) την περίοδο 2009-2017 ήταν, κατά μέσο όρο 20% χαμηλότερες σε σύγκριση με την περίοδο 2004-2008. Η διετία 2011-2012 υπήρξε η χειρότερη για τις κατασκευές, καθώς σταμάτησε η κατασκευή μεγάλων έργων ελλείψει χρηματοδότησης, ενώ οι δαπάνες του ΠΔΕ διαμορφώθηκαν μόλις σε 2,6 δισ. ευρώ.

Την ίδια στιγμή, στις κατασκευές, όπως και στους υπόλοιπους κλάδους του επιχειρείν, μεγάλη τροχοπέδη αποτελεί η υπερφορολόγηση, με την επιβάρυνση (ως ποσοστό επί των κερδών συμπεριλαμβανομένων των ασφαλιστικών εισφορών) να έχει αυξηθεί από 44% το 2014 σε 51,9% το 2019.

Ώθηση λόγω Χρυσής Βίζας

Κατά τον ΙΟΒΕ, οι επιχειρηματικές προσδοκίες στις κατασκευές στην Ελλάδα είναι αρνητικές (η απαισιοδοξία στον κλάδο υπερτερεί) και, το τελευταίο διάστημα, χωρίς σαφή τάση ανάκαμψης ή υποχώρησης, γεγονός που δεν δημιουργεί αισιοδοξία σχετικά με τη μελλοντική πορεία του κλάδου, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα. Αντίθετα, στην ΕΕ28 κατά μέσο όρο οι προσδοκίες στις κατασκευές βελτιώθηκαν σταδιακά μετά το 2013 και για πρώτη φορά την τελευταία δεκαετία έγιναν θετικές το τελευταίο τρίμηνο του 2017, συνεχίζοντας να έχουν θετικό πρόσημο στη διάρκεια του 2018, αλλά και τους πρώτους μήνες του 2019.

Ωστόσο, ένα μεγάλο μέρος της αύξησης της εισροής κεφαλαίων οφείλεται στο πρόγραμμα της «Χρυσής Βίζας», της χορήγησης, δηλαδή, άδεια διαμονής σε όσους επενδύσουν στην ελληνική αγορά ακινήτων κατ’ελάχιστον 250 χιλ. ευρώ. Όπως αναφέρει η έρευνα, η καθαρή εισροή κεφαλαίων από το εξωτερικό για αγορά κατοικίας στην Ελλάδα έφτασε τα 655 εκατ. το 2018, σημειώνοντας αύξηση, κατά 270%, σε σχέση με το 2016.

Προκειμένου όμως, να μεγιστοποιηθεί η συμβολή του κλάδου στην οικονομία, ο ΙΟΒΕ προτείνει:

– την επιτάχυνση της υλοποίησης των ήδη προγραμματισμένων έργων

– την άρση αντικινήτρων για τις επενδύσεις σε κατοικίες και άλλα κτήρια

– την προώθηση ιδιωτικών επενδύσεων σε υποδομές με τη χρήση των κατάλληλων εργαλείων

ΣΔΙΤ

– τη διασφάλιση συνθηκών υγιούς ανταγωνισμού στην αγορά δημόσιων έργων ώστε να βελτιστοποιείται η σχέση κόστους/οφέλους από τα έργα υποδομών στη διάρκεια του κύκλου ζωής τους

– τον καθορισμό προτεραιοτήτων στη βάση ενός μακροχρόνιου στρατηγικού σχεδίου για τις υποδομές.

[email protected]



Source link

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο